το κορίτσι του διπλανού portal
Παίδες μου αγαπημένοι, ως γνωστόν, όλα τα ελαττώματα μπορεί να τα έχω (και ας μη κοροϊδεύομαστε, τα έχω), οπορτούνι όμως δεν είμαι. Με γνωρίσατε ένα αγνωστικιστικό τομάρι και παραμένω ένα αγνωστικιστικό τομάρι. To Πάσχα παρόλα αυτά είναι η αγαπημένη μου γιορτή - ειδικά μετά από εκείνο το ζοφερό Πάσχα που είχα τις μαύρες μου και το ‘σκασα σ’ ένα χωριό με 7 κατοίκους στην Πάτμο. Εκεί έζησα φυγάδας και προσκυνητής και πετεινό του ουρανού: εγώ, μία καλύβα μ' ένα σλίπινγκ μπαγκ, το κοινόχρηστο γαϊδούρι (με την καλή έννοια) και μια γειτόνισσα κατσίκα με τα κατσικάκια της. Ξύπναγα όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα κάθε πρωί, κυλιόμουνα στο χορτάρι για να κολλήσω λίγη απ’ τη μυρουδιά του και να καινουργέψω, έτρωγα ψωμί με χλωρό τυρί που μου έφερνε ο νέος κολλητός μου, ο Ζήσης ο βοσκός, μάζευα παπαρούνες για να στολίσω το καλύβι, μάζευα χόρτα για να βράσω, όπως μου έμαθε η κυρία Μαίρη, 86 ετών αλλά πολύ μπαμπάτσικη, και μετά καβαλούσα άτσαλα α λα Αλίκη το γαϊδουράκι τον Νότη (επίσης κολλητάρι μου) και κατέβαινα στο μεγάλο χωριό που είχε και εκκλησία.
Εκεί έπιανα μια γωνιά κι άκουγα τους χαιρετισμούς με πρωτοφανή προσήλωση. Εκεί έπαθα και την πλάκα μου. Οι στίχοι είναι καταπληκτικοί, σας το λέω (η ζωή θανάτω, λ.χ. σου φωνάζει με δυο λεξούλες τι βλάκας είσαι που ζορίζεσαι τόσο με τον φόβο του θανάτου, όταν θα πρεπε να τον γιορτάζεις γιατί αυτός και μόνο αυτός είναι που κάνει τη ζωή σου ζωντανή) αλλά και η μελωδία τα σπάει.
Μετά γυρνάγαμε εγώ κι ο Νότης σπίτι μας κι