Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Η νέα πράσινη εποχή εκκίνησης: το Ευρωπαϊκό «Πράσινο new deal»

Οικολογικός οπισθοδρομισμός και οικολογική ανανέωση: η Πράσινη επανάσταση / του Ραλφ Φουκς   
Öko-Biedermeier vs. ökologische Moderne: Die grüne Revolution 

© Blätter (μετάφραση: «μετά την κρίση»)
Ο Ralf Fücks είναι πολιτικός και διανοούμενος, πρώην Πράσινος δήμαρχος της Βρέμης

Στις πρόσφατες εκδόσεις των «μπλάτερ», δημοσιεύθηκαν κείμενα του Χάραλντ Βέλζερ (Harald Welzer) και των Ἐντουαρντ και Ρόμπερτ Σκιντέλσκι (Edward και Robert Skidelsky) που διαβάζοντάς τα δεν απέφυγα ένα αίσθημα déjà vu. Οι παραλληλισμοί με τις απαρχές της οικολογικής συζήτησης στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είναι φανεροί: αρχίζουν από την προειδοποίηση για τις καταστροφικές συνέπειες της διαρκούς οικονομικής μεγέθυνσης και την κριτική του καταναλωτισμού ως μορφής αλλοτρίωσης, και φθάνουν μέχρι το αίτημα για αυτοσυγκράτηση ως αντι-πρότυπο στην επεκτατική νεωτερικότητα.

«Οι κοινωνίες που γηράσκουν είναι πιθανώς πιο ευεπίφορες στην απαισιοδοξία για το μέλλον. Προτεραιότητά τους είναι συντηρητικές αξίες, όπως η ασφάλεια, η σταθερότητα, η επιβράδυνση -όχι η ανάληψη κινδύνων, οι καινοτομίες και η ανάπτυξη»

Γιατί αυτή η αναβίωση; Όταν η μεγάλη πολιτική φαίνεται ανίκανη ή απρόθυμη ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την παγκόσμια οικολογική κρίση, είναι δελεαστικό να εναποτίθεται κάθε ελπίδα στη δράση των πολιτών που ξεκινά από ηθικά κίνητρα και στην αντιστασιακή δυναμική των πρωτοβουλιών της βάσης. Και πραγματικά, βασικοί δείκτες δείχνουν να επιταχύνεται η διάβρωση των φυσικών θεμελίων της ζωής: οι εκπομπές των θερμοκηπικών αερίων αυξάνονται από έτος σε έτος· η απώλεια γόνιμων εδαφών παίρνει μορφές απειλητικές· το πόσιμο νερό σε πολλές περιοχές του κόσμου γίνεται σπάνιος φυσικός πόρος· η ληστρική εκμετάλλευση των τροπικών δασών συνεχίζεται και ο κατάλογος των απειλούμενων ειδών του φυτικού και ζωικού βασιλείου γίνεται όλο και μεγαλύτερος.
 Όταν μεγαλώνει ο φόβος της κατάρρευσης, ανθεί η κριτική του τεχνικού πολιτισμού. Και αυτό δεν είναι κάτι νέο: από την εποχή του πύργου της Βαβέλ, η
προειδοποίηση ενάντια στις υπερβολές και την ύβρι είναι η μουσική που συνοδεύει το «ταχύτερα, ψηλότερα, μακρύτερα», το οποίο έγινε θεμελιώδης νόμος του δυτικού πολιτισμού. Ταυτόχρονα η συντριπτική κατάρρευση του καπιταλισμού-καζίνο έχει τροφοδοτήσει την επιστροφή της κριτικής του καπιταλισμού. Για τμήματα της αριστεράς, η κριτική «εναντίον της ανάπτυξης» χρησιμεύει ως Δούρειος Ίππος του αντικαπιταλισμού: δεδομένου ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου προϋποθέτει τη σταθερή διευρυμένη αναπαραγωγή του, η απόσυρση από τη μηχανή της ανάπτυξης εξαναγκάζει σε ξεπέρασμα του καπιταλισμού -ή τουλάχιστον σε δημοκρατικές αποφάσεις για τη σφαίρα της παραγωγής. Προστίθεται μια διάχυτη αλλά καταφανής δυσφορία για την επιτάχυνση στην οικονομική και στην ιδιωτική ζωή, για τον πανταχού παρόντα ανταγωνισμό, για την όλο και μεγαλύτερη ανασφάλεια στις συνθήκες διαβίωσης και για την απαίτηση να αποδεχθούμε μια ευελιξία χωρίς όρια στον τρόπο ζωής μας.

Μπορούν κάποιοι να ερμηνεύσουν αυτό το κλίμα ως απόδειξη μιας βαθιάς πολιτισμικής αλλαγής: στροφή από τον υλισμό στον μεταϋλισμό, από την επιδίωξη του όλο και περισσότερο προς το μέτρο και τη μεσότητα, από τη συνεχή μεταβολή στην διατήρηση του status quo -με λίγα λόγια, ως συμπτώματα κόπωσης, ως αισθήματα εξάντλησης που εξαπλώνονται μέσα στις μορφωμένες τάξεις της Ευρώπης. Δεν είναι σύμπτωση ότι η εκ νέου ανακάλυψη του «ορθού μέτρου» του Αριστοτέλη λαμβάνει χώρα σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε μια άνευ προηγουμένου δημογραφική αναστροφή. Οι κοινωνίες που γηράσκουν είναι πιθανώς πιο ευεπίφορες στην απαισιοδοξία για το μέλλον. Προτεραιότητά τους είναι συντηρητικές αξίες, όπως η ασφάλεια, η σταθερότητα, η επιβράδυνση -όχι η ανάληψη κινδύνων, οι καινοτομίες και η ανάπτυξη. Επίσης, οι επικρίσεις εναντίον της οικονομικής ανάπτυξης δεν αποτελούν προνόμιο της αριστεράς: μπορείτε να ακούσετε αυτή τη μελωδία στα συνέδρια της «ατάκ», αλλά και στις συνάξεις της εκκλησίας. Εκτός από συγγραφείς όπως ο Τιμ Τζάκσον (Tim Jackson) και ο Χἀραλντ Βέλζερ, στους κήρυκες της μετα-αναπτυξιακής κοινωνίας ανήκει και ο στοχαστής του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος CDU Μέινχαρντ Μίγκελ (Meinhard Miegel). Στην ανθούσα κριτική της ανάπτυξης, συρρέουν όλα αυτά τα ρεύματα και υπόγεια ρεύματα. Δεν έχω καμιά διάθεση να καταγγείλω αυτές τις κινήσεις ως απλές εκδηλώσεις πολυτέλειας, ειδικά όταν διατυπώνονται από νέους ανθρώπους που κάνουν σκέψεις με ποιο τρόπο θέλουν να ζήσουν. Για ποιο λόγο όμως θεωρώ θεωρητικό λάθος που οδηγεί σε πολιτικό αδιέξοδο, την πρόσκληση να γυρίσουμε την πλάτη μας στην οικονομία της ανάπτυξης και να αντιμετωπίσουμε την παγκόσμια οικολογική κρίση κυρίως με εγκράτεια -και με παραίτηση από την κατανάλωση;

«Σήμερα ζούμε μια ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας -απολύτως συγκρίσιμη με τη βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα. Η μεγάλη πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού μεταβαίνει προς τη βιομηχανική κοινωνία. Έχουμε τεράστια αύξηση αγαθών και υπηρεσιών»

Η σχιζοφρενική συζήτηση περί μεγέθυνσης ή αποανάπτυξης

Ενώ συζητείται στα πανεπιστήμια και στην αρθρογραφία του τύπου η εγκατάλειψη της «μανίας της ανάπτυξης», ταυτόχρονα όλη σχεδόν η Ευρώπη διψά για οικονομική ανάπτυξη όπως διψά για γλυκό νερό ο άνθρωπος που πεθαίνει από τη δίψα. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει διέξοδος από την δυσεπίλυτη κρίση χρέους και την οικονομική ύφεση χωρίς ξαναζωντάνεμα της οικονομικής δυναμικής (κοινώς: χωρίς οικονομική ανάπτυξη). Το βασικό ερώτημα είναι λοιπόν, πώς θα τεθεί σε κίνηση ένας νέος κύκλος επενδύσεων και καινοτομιών που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και εισοδήματα. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει επίσης επιβεβαιώσει αυτό που ήταν ήδη θεωρητικά σαφές: η σκέτη περιοριστική πολιτική και η λιτότητα («εξυγιαντική συρρίκνωση») οδηγεί σε ακόμη βαθύτερη ύφεση. Αυτό που λείπει είναι μια πειστική στρατηγική για την ανάπτυξη εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Αλλά τι έχουν να πουν οι επικριτές της ανάπτυξης σχετικά με το οικονομικό και κοινωνικό δράμα, που αυτή τη στιγμή είναι σε εξέλιξη σε πολλά μέρη της Ευρώπης;

Αυτοί, στο βαθμό που εν γένει ασχολούνται με τα πεζά πράγματα της πραγματικής πολιτικής, συνιστούν να προσαρμοστούμε στο αναπόφευκτο: αντιληφθείτε επί τέλους ότι η ανάπτυξη έχει τελειώσει και χρησιμοποιείστε την κρίση ως ευκαιρία για να οργανωθεί η οπισθοχώρηση από την επεκτατική μορφή οργάνωσης της οικονομίας και της ζωής. Μειώστε την βιοποριστική απασχόληση και την αλλοτριωμένη κατανάλωση, ανακαλύψτε τις χαρές της απλής, αλλά αυθεντικής ζωής. Ωστόσο, σ' αυτή την στάση, δεν είναι σωστή ούτε η υπόθεση -το τέλος της ανάπτυξης- ούτε το ευαγγέλιο ότι ένα μειούμενο κοινωνικό προϊόν οδηγεί σε ένα καλύτερο μέλλον. Τι σημαίνει επίμονη αποανάπτυξη το βιώνουν στο πετσί τους οι άνθρωποι στην Ελλάδα, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία: σκληρές συγκρούσεις για την διανομή του οικονομικού προϊόντος, αυξανόμενη ανασφάλεια, βάναυσες περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες και μια νέα γενιά που φοβάται για το μέλλον της.

Επίσης, όταν η επιχειρηματολογία κατά της ανάπτυξης συνοδεύεται από το αίτημα για επέκταση του κράτους πρόνοιας, το πράγμα καταντά σχιζοφρενικό. Οι αξιώσεις για κοινωνική προστασία σε όλες τις καταστάσεις της ζωής -από τη βασική σύνταξη που αποκλείει την φτώχεια, μέχρι το εγγυημένο βασικό εισόδημα χωρίς προϋποθέσεις, για δωρεάν εκπαίδευση από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο, για βελτίωση των υπηρεσιών περίθαλψης κ.λπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά αξιώσεις σε μελλοντική οικονομική μεγέθυνση. Η απλή αναδιανομή δεν είναι επαρκής για να μειώσει το φοβερό δημόσιο χρέος και να χρηματοδοτήσει τις αυξανόμενες απαιτήσεις για κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα εξαιτίας των δημογραφικών αλλαγών, που αυξάνουν το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης και νοσηλείας.

Ο κόσμος σε μεταβατική φάση

Η συζήτηση για την μετα-αναπτυξιακή κοινωνία εγγίζει τα όρια της απόδρασης από την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια ιστορική περίοδο ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, σε κάθε περίπτωση συγκρίσιμη με την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα. Σήμερα, η μεγάλη πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται στη μετάβαση από μια αγροτική σε μια βιομηχανική κοινωνία. Αυτό συνοδεύεται από μια τεράστια αύξηση αγαθών και υπηρεσιών όλων των ειδών. Κατά πάσα πιθανότητα, η παγκόσμια οικονομική παραγωγή θα διπλασιαστεί μέσα στα επόμενα 20 χρόνια. Οι κινητήρες αυτής της εξέλιξης είναι ήδη σε λειτουργία.

«Το μέλλον του πλανήτη θα αποφασισθεί καθοριστικά στις πόλεις της Ασίας, της λατινικής Αμερικής και της Αφρικής»

Έως τα μέσα του αιώνα, ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αυξηθεί από επτά σήμερα σε περίπου εννέα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Την ίδια στιγμή παρατηρούμε μια ταχέως αναπτυσσόμενη παγκόσμια μεσαία τάξη. Πρόκειται για την άνοδο των δισεκατομμυρίων ανθρώπων από την άθλια ένδεια σε ένα σύγχρονο τρόπο ζωής: άνετα διαμερίσματα, οικιακές συσκευές, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, κινητικότητα σε πλανητική κλίμακα, επαγγελματική φροντίδα υγείας και ανερχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης. Η βρεφική θνησιμότητα μειώνεται, αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής. Για ένα ταχέως αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων ανοίγονται νέες δυνατότητες, πέρα από την απλή επιβίωση. Οι σνομπ μπορούν να στενοχωρούνται για την εξέλιξη αυτή. Όμως για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σε αυτόν τον πλανήτη, οικονομική ανάπτυξη σημαίνει πορεία προς την κοινωνική πρόοδο.

Επιπλέον, η αστικοποίηση του κόσμου συμβάλλει στην πρωτοφανή ανάπτυξη. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε πόλεις. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί κατά τις επόμενες δεκαετίες στο 70 έως 80 %. Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των κατοίκων των αστικών κέντρων περίπου θα διπλασιαστεί -από τα 3.5 δισεκατομμύρια σήμερα, σε 7 δισεκατομμύρια. Όλοι αυτοί χρειάζονται τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια, νερό, μεταφορές, εκπαίδευση και υπηρεσίες όλων των ειδών Με την ανάπτυξη των πόλεων, θα συμβεί μια άνευ προηγουμένου έκρηξη των οικοδομικών κατασκευών, που θα συμπέσει με την δημιουργία νέων εργοστασίων, σχολείων, νοσοκομείων, οδών κυκλοφορίας και αεροδρομίων. Το μέλλον του πλανήτη θα αποφασισθεί καθοριστικά στις πόλεις της Ασίας, της λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.

Τέλος, και οι καινοτομίες θα δώσουν κατεύθυνση στην ανάπτυξη. Σε πείσμα των διαδεδομένων στερεότυπων, οικονομική ανάπτυξη δεν σημαίνει πάντοτε να επαναλαμβάνεται όλο και περισσότερο αυτό που ήδη υπάρχει. Προκύπτει σε σημαντικό βαθμό από τις ανακαλύψεις και εφευρέσεις -νέες τεχνολογίες, προϊόντα και υπηρεσίες, μαζί με τα οποία δημιουργούνται επίσης και νέες αγορές. Στην αφετηρία κάθε μεγάλου αναπτυξιακού κύκλου της οικονομίας, βρίσκονταν πρωτοποριακές εφευρέσεις που άλλαζαν την οικονομία και την καθημερινή ζωή.

Ωστόσο, νέο στοιχείο είναι ότι η ανάπτυξη που προωθείται από τις καινοτομίες, δεν είναι πια μονοπώλιο της Ευρώπης, της βόρειας Αμερικής και της Ιαπωνίας. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται εν τω μεταξύ σε πλανητική κλίμακα. Η Κίνα βρίσκεται ήδη στη μετάβαση από την επεκτατική οικονομία στην οικονομία που βασίζεται στη γνώση -ακολουθούν και άλλες αναδυόμενες χώρες. Η ταχύτητα με την οποία έρχονται στον κόσμο νέες διαδικασίες και νέα προϊόντα, θα συνεχίσει να επιταχύνει. Εκπαίδευση, επιστήμη και έρευνα γίνονται ζωτικής σημασίας παραγωγικές δυνάμεις.

Η νέα πράσινη εποχή εκκίνησης: το Ευρωπαϊκό «Πράσινο new deal»

Ποιες συνέπειες έχουν αυτά για τη συμβίωσή μας; Ένα πράγμα είναι σαφές: καμιά κοινωνία δεν μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον της απλά και μόνον με την αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου. Όποιος θέλει να διατηρήσει την κοινωνική δημοκρατία, πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα για την μελλοντική οικονομική βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Βιώσιμη ανάπτυξη ή βιώσιμη συρρίκνωση; Σ' αυτό το ερώτημα κρίνεται επίσης το μέλλον του κοινωνικού κράτους.

«Κανένας άλλος βιομηχανικός κλάδος δεν αναπτύσσεται ταχύτερα από την πράσινη οικονομία: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βελτίωση της αποδοτικότητας ενεργειακών και φυσικών πόρων, ανακύκλωση υλικών, επαναχρησιμοποίηση νερού, οικολογική πολεοδομία, ηλεκτρικά οχήματα...»

Η Ευρώπη μπορεί να κάνει αρκετά περισσότερα πράγματα, από το να διανείμει με δίκαιο τρόπο έναν συρρικνούμενο πλούτο. Η ήπειρός διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό και την βιομηχανική τεχνογνωσία για να έχει πρωτοποριακό ρόλο στην επόμενη φάση της βιομηχανικής επανάστασης. Εδώ ακριβώς στοχεύει η ιδέα του ευρωπαϊκού «Πράσινου new deal»: μεγάλες επενδύσεις στην εκπαίδευση και την επιστήμη, στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας, στον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρομικών μεταφορών, στην ηλεκτρική αυτοκίνηση και στην ενεργητική ανανέωση των πόλεών μας, για να δώσουν ώθηση σε ένα μακράς διάρκειας κύμα βιώσιμης ανάπτυξης.

Μια τέτοια επενδυτική κίνηση αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για να σπάσει την απειλητική καθοδική πορεία στην οποία παγιδεύονται όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Θα πρέπει να συνοδεύονται από μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, της δημόσιας διοίκησης, της αγοράς εργασίας και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρωτοφανείς αλλαγές που βιώνουμε, το βασικό ζήτημα για το μέλλον του πλανήτη δεν είναι αν, αλλά πώς αναπτύσσεται η παγκόσμια οικονομία: Θα ολοκληρωθεί η ανάδυση του πρώην «τρίτου κόσμου», με βάση την παλαιά ανάπτυξη που κατατρώει τους φυσικούς πόρους και καταστρέφει το περιβάλλον ή θα γίνει πραγματικότητα η μετάβαση σε ένα μοντέλο αειφόρου ανάπτυξης -από τη ληστρική εκμετάλλευση της φύσης, στην ανάπτυξη μαζί με τη φύση; Τίποτε λιγότερο από μια νέα βιομηχανική επανάσταση, που οδηγεί στην αποσύνδεση της δημιουργίας οικονομικής αξίας από την κατανάλωση των φυσικών πόρων. Αυτό απαιτεί τρεις βασικές λειτουργίες:

Ÿ συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας των φυσικών πόρων,
Ÿ υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και
Ÿ μετάβαση από τις γραμμικές διαδικασίες παραγωγής σε οικονομία κυκλικών διαδικασιών, στην οποία όλα τα υπολείμματα είναι σημείο εκκίνησης νέων αλυσίδων παραγωγής αξίας.

Δεν ζούμε στους έσχατους καιρούς της επιστημονικής-τεχνολογικής εποχής, αλλά σε μια νέα εποχή εκκίνησης. Είναι μία από τις πιο συναρπαστικές περιόδους στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής -συγκρίσιμη με προηγούμενες περιόδους μεγάλων καινοτομιών, όπως της εμφάνισης της ατμομηχανής και της μεγάλης βιομηχανίας, του εξηλεκτρισμού ή της ψηφιακής επανάστασης. Το χρώμα αυτής της νέας βιομηχανικής επανάστασης είναι πράσινο. Η πρόσφατη «διεθνής έκθεση του Ανοβέρου» -η μεγαλύτερη βιομηχανική έκθεση στον κόσμο- έδωσε μια εικόνα για το πού οδεύουμε: μαζί με το αυτοματοποιημένο εργοστάσιο, οι φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες, συστήματα και προϊόντα βρισκόταν στο επίκεντρο της έκθεσης, στην οποία παρουσίασαν τη δραστηριότητά τους βιομηχανικές επιχειρήσεις απ' όλο τον κόσμο. Ακόμη και αν αγνοήσουμε ένα ποσοστό, που συνίσταται σε επιφανειακό «πράσινο εξωραϊσμό», τεράστια ρεύματα χρηματοδότησης κατευθύνονται προς την έρευνα και ως επενδύσεις σε αειφόρες παραγωγικές διαδικασίες και γραμμές παραγωγής.

Κανένας άλλος τομέας της παγκόσμιας οικονομίας δεν αναπτύσσεται ταχύτερα από την πράσινη οικονομία: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βελτίωση της αποδοτικότητας ενεργειακών και φυσικών πόρων, ανακύκλωση πολύτιμων υλικών, επαναχρησιμοποίηση νερού, οικολογική κτιριακή τεχνολογία, ηλεκτρικά οχήματα, χημεία φυσικών προϊόντων, είναι μόνον μερικές λέξεις-κλειδιά από έναν πλούσιο και περιεκτικό κατάλογο.

«Οι ΑΠΕ είναι παγκοσμίως ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας παραγωγής ενέργειας. Ενώ το κόστος των νέων ηλιακών και αιολικών σταθμών μειώνεται και ταυτόχρονα αυξάνεται η ικανότητα απόδοσής τους, το κόστος για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών αυξάνεται κατακόρυφα»

Το περίγραμμα μιας νέας βιομηχανικής επανάστασης

Ήδη σήμερα, διακρίνεται το περίγραμμα μιας νέας βιομηχανικής επανάστασης. Περιλαμβάνει λόγου χάρη πόλεις με ουδέτερο ισοζύγιο CO2, πόλεις που παράγουν περισσότερη ενέργεια από όση καταναλώνουν. Ως πρώτη μητρόπολη, η Κοπεγχάγη έχει θέσει ως στόχο να είναι ουδέτερη η επίδρασή της στην κλιματική αλλαγή (δηλαδή να επιτύχει ουδέτερο ισοζύγιο CO2) έως το έτος 2025. 'Αλλες μεγάλες πόλεις ακολουθούν το παράδειγμά της στην Αμερική και στην Ασία.

Στις πόλεις αναπτύσσονται νέες μορφές αστικής γεωργίας: παραγωγή τροφίμων σε αστικά κέντρα, με τη μορφή υπερσύγχρονων θερμοκηπίων και κατακόρυφων μονάδων καλλιέργειας, που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια, με την θερμότητα που αποβάλλεται ως παραπροϊόν από τη βιομηχανία και με κλειστά συστήματα κυκλοφορίας του νερού που μειώνουν ριζικά τη χρήση λιπασμάτων και επιτυγχάνουν παραγωγικότητα ανά μονάδα επιφάνειας πολλαπλά υψηλότερη από τη συμβατική γεωργία. Αναπτύσσομαι με τη φύση σημαίνει επίσης διδάσκομαι από τη φύση: η βιονική (βιομιμητική) έχει ως στόχο να μεταφέρει τις «εφευρέσεις» της βιολογικής εξέλιξης σε νέα προϊόντα, υλικά και διεργασίες. Γνωστά παραδείγματα είναι το «φαινόμενο του λωτού», δηλαδή η ανάπτυξη αυτοκαθαριζόμενων επιφανειών σε δομικά υλικά ή η μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των πλοίων και των αεροσκαφών, μέσω της αεροδυναμικής σχεδίασης και κατασκευής.

Στην ίδια κατεύθυνση είναι η χημεία των φυσικών προϊόντων: η μετατροπή της πετροχημικής βιομηχανίας, προκειμένου να αξιοποιηθούν ολοκληρωμένα και κλιμακωτά φυτικές πρώτες ύλες. Αυτό περιλαμβάνει και την ανάπτυξη βιοκαταλυτών που μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας κατά τις χημικές διεργασίες. Ότι αυτό δεν γίνεται μόνο σε κλειστές περιοχές της πειραματικής μικροκλίμακας, αποδεικνύεται από το αυξανόμενο μερίδιο των φυσικών χρωμάτων και των καλλυντικών φυτικής βάσης. Από υπολείμματα καφέ και άλλα κατάλοιπα οργανικών ουσιών μπορούν να παραχθούν βιοπλαστικά. Εδώ ανήκει επίσης η χρήση του CO2 ως πρώτη ύλη για τη χημική βιομηχανία ή η παραγωγή βιοκαύσιμων από άλγες και φύκη.

Η επανακαλλιέργεια των εδαφών και η αναγέννηση του στρώματος του χούμου (του επιφανειακού και γόνιμου οργανικού στρώματος του εδάφους), με ένα συνδυασμό παραδοσιακών γεωργικών μεθόδων (terra preta, αγροδασοπονία) και σύγχρονων μικροβιολογικών ευρημάτων, θα βελτιώσει την οργανική ποιότητα του εδάφους. Αυτό θα μειώσει τις απαιτήσεις για λίπανση, ενώ η ικανότητα των καλλιεργημένων επιφανειών να δεσμεύουν και απορροφούν CO2 θα είναι υψηλότερη. Επίσης, ένα δυναμικό ανεξερεύνητο ακόμη σε μεγάλο μέρος του, συνίσταται στη χρήση των μικροοργανισμών (μικροβίων). Μπορούν να βοηθήσουν στην ανάκτηση πολύτιμων μετάλλων από τα ηλεκτρονικά απόβλητα, στην εξυγίανση και αποκατάσταση μολυσμένων εδαφών ή και στη μετατροπή της κυτταρίνης σε βιοκαύσιμο.  

Κατά την μετάβαση σε μια αειφορική οικονομία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο -η θριαμβευτική τους πορεία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Είναι παγκοσμίως ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας παραγωγής ενέργειας. Ενώ το κόστος των νέων ηλιακών και αιολικών σταθμών παραγωγής ενέργειας συνεχώς μειώνεται και ταυτόχρονα αυξάνεται η ικανότητα απόδοσής τους, το κόστος για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας αυξάνεται κατακόρυφα. Ειδικά σε περιοχές με υψηλή ηλιακή ακτινοβολία, η παραγωγή με φωτοβολταϊκά είναι ήδη στο κατώφλι της ανταγωνιστικότητας συγκρινόμενη με την χρήση ορυκτών καυσίμων, και το ίδιο ισχύει για την αιολική ενέργεια -για να μην αναφέρουμε τα τρομακτικά δευτερογενή κόστη που προκύπτουν από την καύση άνθρακα. Η γερμανική «ενεργειακή μετάβαση» δεν είναι μια εξωτική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα πλανητικό πιλοτικό πρόγραμμα.

«Η οικολογική πολιτική οφείλει να απευθύνεται λιγότερο στο φόβο της καταστροφής και περισσότερο στον πλούτο των δυνατοτήτων και ευκαιριών που προσφέρει ο μεγάλος οικολογικός μετασχηματισμός. Το ζήτημα δεν είναι η απόσυρση και η καταφυγή σε μια πενιχρή ζωή, αλλά ο νέος τρόπος παραγωγής, που θα βελτιώσει τη ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας»

Σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, το διακύβευμα είναι η μετάβαση σε μία ηλιακή οικονομία. Μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμε μόνο κατά ένα μικρό ποσοστό την ημερήσια ενέργεια που φθάνει από τον ήλιο στη Γη. Το επόμενο μεγάλο βήμα προς μια αειφορικού τύπου οικονομία θα είναι η τεχνητή φωτοσύνθεση, δηλαδή η μετατροπή του ηλιακού φωτός, του νερού και του CO2 σε βιοχημική ενέργεια (ανθρακικές ενώσεις). Αυτή η διαδικασία αποτελεί τη βάση όλης της βιολογικής ζωής πάνω στη γη. Στο μέλλον θα γίνει και η βάση μιας οικολογικής οικονομίας.

Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ θα αποτελέσει τελικά τη βάση για τη διάδοση των ηλεκτρικών οχημάτων στην οδική κυκλοφορία (e-bikes, e-σκούτερ, ηλεκτρικά αυτοκίνητα). Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει ήδη επενδύσει μεγάλα ποσά στην ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών κίνησης και των οχημάτων νέου τύπου. Επί του παρόντος υπάρχουν πολλά νέα ηλεκτρικά ή υβριδικά οχήματα στην αγορά. Το αν θα καταφέρουν να επικρατήσουν, εξαρτάται και από τις αποφάσεις που είναι αναγκαίο να ληφθούν μέσω της πολιτικής: χρειάζεται βελτίωση των δυνατοτήτων απόσβεσης, φορολογικά κίνητρα και προνομιακή μεταχείριση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στο δημόσιο χώρο, ώστε να αντισταθμιστεί τουλάχιστον εν μέρει η πρόσθετη δαπάνη που χρειάζεται για την απόκτησή τους.

Όλα αυτά δεν είναι επιστημονική φαντασία. Πρόκειται για καινοτομίες πάνω στις οποίες εργάζονται ήδη σήμερα αμέτρητα ερευνητικά εργαστήρια, γραφεία μηχανικών και αρχιτεκτονικά γραφεία. Για να μπορέσουν ν' αποφέρουν καρπούς, δεν χρειαζόμαστε μόνον μια υποστηρικτική ενεργητική περιβαλλοντική και οικονομική πολιτική, που προωθεί τη διαδικασία των οικολογικών καινοτομιών. Ο Έρνστ Ούλριχ Φον Βαϊζάκερ (Ernst Ulrich von Weizsäcker) στο κλασικό έργο του «Factor 5» μιλά για τον «ενθουσιασμό για την Πράσινη βιομηχανική επανάσταση», ο οποίος πρέπει ν' αφυπνισθεί. Η οικολογική πολιτική πρέπει να απευθύνεται λιγότερο προς τον φόβο της καταστροφής και περισσότερο προς τον πλούτο των δυνατοτήτων και ευκαιριών που είναι αλληλένδετες με τον μεγάλο μετασχηματισμό. Δεν πρόκειται για απόσυρση και καταφυγή σε μια πενιχρή ζωή, αλλά για την απαρχή ενός νέου τρόπου παραγωγής, που θα βελτιώσει τη ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας.

Ενάντια στην απαισιοδοξία για το μέλλον

Ακριβώς αυτές τις δυνατότητες δεν βλέπουν οι επικριτές της ανάπτυξης. Αντίθετα: Ο Μέινχαρντ Μίγκελ μιλά για την εξάντληση της κοινωνίας της ανάπτυξης, ενώ για τον Χἀραλντ Βέλζερ οι καλύτερες ημέρες για την Ευρώπη βρίσκονται πίσω μας -στο παρελθόν. Το σύνθημά του είναι: πρέπει να καταφέρουμε να τις ξεχάσουμε. Όμως η αίσθηση της κόπωσης στην Ευρώπη και η αισιόδοξη διάθεση για ανοδική πορεία στον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκονται σε έντονη αντίθεση μεταξύ τους. Αυτή η σύγκρουση δεν είναι νέα. Η πρόσκληση να αποσυρθούμε από τον επεκτατικό τρόπο ζωής, η εστίαση της προσοχής στους κινδύνους της τεχνολογικής καινοτομίας, η επιθυμία για έναν στατικό, ταπεινό τρόπο ζωής, θυμίζει την μακρά δυτική ιστορία άγχους μπροστά στην πρόοδο και κριτικής της προόδου. Εκτείνεται από την παραβολή του Πύργου της Βαβέλ, και μέσω του Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλεϊ (Mary Shelley) και του Φάουστ του Γκέτε (Goethe), φθάνει μέχρι τον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του Χάξλεϊ (Huxley) και τις πολυάριθμες ιστορίες καταστροφής του κόσμου των σύγχρονων κινηματογραφικών ταινιών, στις οποίες απομένουν στο τέλος μόνον τα ερείπια του ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, αν -σύμφωνα με ένα απόφθεγμα του Πέτερ Σλότερνταϊκ (Peter Sloterdijk)- το «να συνεχίζουμε με τον ίδιο τρόπο ισοδυναμεί με έγκλημα», ενώ από την άλλη πλευρά, το να κάνουμε απλώς εκκλήσεις για εγκράτεια είναι αναποτελεσματικό, τότε ποιον άλλο δρόμο μπορούμε να επιλέξουμε;

«Όποιος προσβλέπει στη μείζονα συρρίκνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, προσγειώνεται λογικά είτε στον "ψυχικό επαναπρογραμματισμό των ατόμων", είτε σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, που επιβάλλουν εκ των άνω μια πολιτική περιορισμού»

Το ζητούμενο είναι ένας πολιτισμός και μία πολιτική της αναστοχαστικής νεωτερικότητας, που περιφρουρεί τα επιτεύγματά της και ταυτόχρονα συνειδητοποιεί την διακινδύνευση που αυτή η ίδια προκαλεί. Ο κίνδυνος να μας οδηγήσει στην άβυσσο η λυσσαλέα τεχνική πρόοδος και η παγκόσμια οικονομία που αναπτύσσεται με θυελλώδη τρόπο, είναι πραγματικός. Αλλά η απάντηση σ' αυτόν δεν μπορεί να είναι το να κάνουμε τους εαυτούς μας όσο το δυνατόν πιο μικρούς και να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε την κίνηση του κόσμου. Ένας υψηλός βαθμός προσωπικής αυτοδιάθεσης, δυνατοτήτων και ευκαιριών εξέλιξης, εκπαίδευσης, κινητικότητας, επικοινωνίας, ανήκουν εξίσου αμετάκλητα στα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας, όπως και ένας ορισμένος βαθμός καθημερινής άνεσης -σ' αυτό περιλαμβάνεται και το ηλεκτρικό ρεύμα που έρχεται από την πρίζα- και ασφάλειας, ακόμη όμως και τέτοια πράγματα, φαινομενικά περιττά, όπως είναι η μόδα, ο κινηματογράφος, τα ταξίδια σε μακρινές χώρες και πολλά άλλα.

Ποιός πιστεύει στα σοβαρά, ότι θα ήμασταν πρόθυμοι να γυρίσουμε την πλάτη μας στον «διαβολικά επιταχυντικό» τρόπο ζωής («veloziferisch», νεολογισμός του Γκέτε από τη λατινική λέξη «Velocitas» -ταχύτητα- και τον Lucifer), και να προσχωρήσουμε σε μια αυτάρκη, προσανατολισμένη εντελώς προς τον εσωτερικό κόσμο μορφή ύπαρξης; Και ποιος σκέφτεται έστω και για ένα δευτερόλεπτο, ότι οι αναδυόμενες χώρες στο νότο του πλανήτη, θα παραιτούνταν από την διεκδίκηση ακριβώς αυτών των επιτευγμάτων της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας; Ποιά εξουσία θα μπορούσε να το επιβάλλει; Ακόμη και οι θρησκευτικοί δεσμοί δεν έχουν αποδειχθεί αρκετά ισχυροί για ν' αντισταθούν στους πειρασμούς της νεωτερικότητας σε μακροπρόθεσμη βάση. Αυτό ισχύει όχι μόνο για την «χριστιανική δύση», αλλά και για τις κοινωνίες όπου επικρατεί ο βουδισμός, ο ινδουισμός και ο μουσουλμανισμός.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρωταγωνιστικά πνεύματα της κριτικής εναντίον της ανάπτυξης, όπως ο Ντένις Μίντοους (Denis Meadows) ή ο συνάδελφός του Γιόργκεν Ράντερς (Jørgen Randers), αμφιβάλλουν για την ικανότητα της δημοκρατίας να πραγματοποιήσει την απόσυρση από την καταναλωτική κοινωνία. Όποιος βλέπει τη σωτηρία από την οικολογική καταστροφή σε μια τεράστια συρρίκνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, προσγειώνεται κατά λογική συνέπεια είτε στον ψυχικό επαναπρογραμματισμό των ατόμων -Ρούντολφ Μπάρο (Rudolf Bahro)- είτε σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, που επιβάλλουν εκ των άνω μια πολιτική περιορισμού.

Ήδη στην περίφημη έκθεση για «τα όρια της ανάπτυξης», που είχε συνταχθεί μετά από ανάθεση της «λέσχης της Ρώμης», υπάρχει μια βαθιά αυταρχική τάση που στοχεύει στην άκαμπτη ρύθμιση της παραγωγής, της κατανάλωσης και της αναπαραγωγής των ανθρώπων (και η αύξηση του πληθυσμού θα πρέπει να προληφθεί κατά το δυνατόν). Ο Γιόργκεν Ράντερς, ο οποίος ήδη στις αρχές της δεκαετίας του '70 ανήκε στην ομάδα των συγγραφέων των «ορίων της ανάπτυξης» και πρόσφατα παρουσίασε μια νέα έκδοση με τίτλο «2052», συμπαθεί ανοιχτά το κινεζικό καθεστώς. Ονειρεύεται έναν «αγαθοποιό δικτάτορα», ο οποίος δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πεισματάρικες μάζες. Η δημοκρατία θυσιάζεται στο βωμό των συμφερόντων του ανθρώπινου γένους. Δεν πρέπει να αφεθούμε σ' αυτόν τον κατήφορο. Στο τυπικό ρεπερτόριο της κριτικής στην ανάπτυξη περιλαμβάνεται και η χαρακτηριστική ερώτηση του Έριχ Φρομ (Erich Fromm) «να έχεις ή να είσαι;». Όσο επίκαιρη είναι η δυσφορία για τον καταναλωτικό πολιτισμό που μας κάνει να λησμονούμε τον εαυτό μας και για την πρωτοκαθεδρία του έχειν, άλλο τόσο προβληματική είναι η ιδέα μιας καλής ζωής που είναι αυτάρκης. Από την εναλλακτική «είναι ή έχειν», χάνεται η ατέρμονη διαδικασία του γίγνεσθαι -το ημιτελές έργο του ανθρώπινου πολιτισμού πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη.

«Στο δρόμο προς παγκόσμιες ρυθμίσεις θα έχουμε ταχύτερη πρόοδο αν καταφέρνουμε να αποδεικνύουμε έμπρακτα ότι η περιβαλλοντική προστασία και η ευημερία δεν είναι μεταξύ τους αντίθετες, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»

Αντί γι' αυτό, η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί ν' αναγνωσθεί ως μια συνεχής επέκταση των ορίων που τίθενται σε μας από τη φύση: από τις απαρχές της γεωργίας και της κτηνοτροφίας μέχρι τα σύγχρονα διαστημικά ταξίδια. Από αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν οικολογικά όρια στην ανάπτυξη. Αυτά συνίστανται στην φέρουσα ικανότητα των παγκόσμιων οικοσυστημάτων, από τα οποία εξαρτάται ο ανθρώπινος τεχνικός πολιτισμός: κλίμα, έδαφος, κύκλος του νερού, βιοποικιλότητα. Αν υπερφορτώσουμε τα συστήματα αυτά, θα προσκρούσουμε σε μεγάλες κρίσεις και απορρίψεις.

Τα ευέλικτα όρια της ανάπτυξης

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι από τα όρια της φέρουσας ικανότητας της βιόσφαιρας, δεν μπορούμε να συναγάγουμε κανένα σταθερό όριο γι' αυτά που είναι εφικτά στους ανθρώπους πάνω σ' αυτή τη Γη. Όποιος αντιλαμβάνεται τη φύση ως άκαμπτο σύστημα στο οποίο η ανθρωπότητα πρέπει να υποταγεί, αποτυγχάνει να αναγνωρίσει τη μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη που έχουμε στη διάθεσή μας: τη δημιουργικότητα, την εφευρετικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα. Η διέξοδος από την παγκόσμια κρίση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, δεν συνίσταται στην αυτοϋποδούλωση της ανθρωπότητας, αλλά και στην απελευθέρωση ανανεωτικών, καινοτομικών δυνάμεων και λύσεων.

Εδώ περιλαμβάνονται επίσης κοινωνικές καινοτομίες, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στις μορφές κατανάλωσης. Και αυτές είναι σε εξέλιξη: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βιολογική γεωργία, προϊόντα δίκαιου εμπορίου, οικολογική μόδα, ηθική επενδυτική, κοινή χρήση αυτοκινήτων και ανταλλακτικές «αγορές» αγαθών είναι σε άνοδο. Μεταξύ των νεαρών κατοίκων αστικών κέντρων, το αυτοκίνητο χάνει την αύρα του ως σύμβολο κύρους· στις ηλεκτρικές συσκευές αναγράφεται όχι μόνον η τιμή, αλλά και η κατανάλωση ενέργειας.

Αυτά όλα είναι καλά και σημαντικά, καθώς και η κριτική εναντίον της μαζικής, εργοστασιακού τύπου κτηνοτροφίας ή εναντίον της εργασίας-σκλαβιάς στα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια χαμηλού κόστους, παραγωγικού τομέα που έχει εξωτερικευθεί μακριά από μας. Όμως δεν πρέπει να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι μπορούμε να κερδίσουμε τον αγώνα ενάντια στην οικολογική κρίση με μεταρρυθμίσεις του τρόπου ζωής. Μπροστά με μια παγκόσμια οικονομία που αναπτύσσεται δυναμικά, δεν υπάρχει δρόμος για να παρακάμψουμε την Πράσινη βιομηχανική επανάσταση.

Για τον στόχο αυτό, είναι αναγκαία μια ολόκληρη δέσμη προϋποθέσεων: η πλούσια εφευρετικότητα της επιστήμης και της έρευνας, η δύναμη των καινοτομιών από μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, μια κριτική κοινωνία των πολιτών και η δραστήρια υποστηρικτική πολιτική που έχει το θάρρος να θέτει μακροπρόθεσμους στόχους και να ενσωματώνει στις αγορές ένα περιβαλλοντικό κανονιστικό πλαίσιο. Σ' αυτήν περιλαμβάνεται ο σταδιακός περιορισμός των εκπομπών CO2, η οικολογική φορολογική μεταρρύθμιση που θα κάνει πιο ακριβή την κατανάλωση του περιβάλλοντος, φιλόδοξες οριακές τιμές ρύπανσης και πρότυπα απόδοσης, διεθνείς συμφωνίες για την προστασία των παγκόσμιων κοινών αγαθών όπως των ωκεανών και του κλίματος.

Στο δρόμο προς παγκόσμιες ρυθμίσεις θα έχουμε ταχύτερη πρόοδο, αν καταφέρνουμε να αποδεικνύουμε έμπρακτα ότι η περιβαλλοντική προστασία και η ευημερία δεν είναι μεταξύ τους αντίθετες, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το αν θα κερδίσουμε τον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής, είναι ένα ανοιχτό στοίχημα. Τίθεται επίσης το ζήτημα το σχετικό με την εμπιστοσύνη, ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την διακινδύνευση που προκαλεί η νεωτερικότητα με τα ίδια τα μέσα της νεωτερικότητας: με την επιστήμη, με τις καινοτομίες και με την δημοκρατία. 
ppol.gr

0 βγηκαν μπροστα:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...