Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

πιστευω

Η λίμνη του Ρεφερή

Μια φορά κι έναν καιρό όχι και πολύ μακριά από τη δική μας εποχή υπήρχε ένα παιδάκι που του άρεσε να ονειρεύεται και να σκέφτεται πράγματα τα οποία θα μπορούσε να καταφέρει. Το παιδάκι το λέγαν Ρεφερή. Ο Ρεφερή τα βράδια, πριν κοιμηθεί, κοιτούσε από το γυάλινο τζάμι της οροφής τα αστέρια και φαντάζονταν τον εαυτό του να κάνει κάτι σπουδαίο για το οποίο όλοι θα τον θαύμαζαν. Έτσι το έπαιρνε ο ύπνος και όλα του τα όνειρα ήταν γεμάτα μεγάλες κατακτήσεις, γενναία κατορθώματα, άθλους και… ζαχαρωτά, πολλά ζαχαρωτά. Βλέπετε πέρα από πολύ φιλόδοξος, ο Ρεφερή ήταν και πολύ γλυκούλης, όπως όλα τα παιδιά, και του άρεσε να γλύφει καραμελωμένα μήλα και να τρώει σοκολατένιες λιχουδιές.


Για το Ρεφερή κάθε μέρα ήταν μια νέα ανακάλυψη, ή μάλλον ήταν μια νέα ευκαιρία για πολλές, πολλές ανακαλύψεις και τρομερά κατορθώματα. Κοντά στο σπίτι του Ρεφερή υπήρχε μια μεγάλη λίμνη, ένα δάσος με μεγάλα δέντρα και ένα λόφος, μεγάλος και αυτός. Εκείνη τη μέρα ο Ρεφερή αποφάσισε ότι είχε έρθει η σειρά του λόφου. Σκέφτηκε για λίγο τί κατόρθωμα μπορούσε να κάνει στο λόφο και αποφάσισε να κόψει το όμορφο γιασεμί που βρίσκονταν στη κορυφή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, λοιπόν, ο Ρεφερή φίλησε τη μαμά του, έκανε το σταυρό του με τα μικρά του δακτυλάκια και ξεκίνησε με θάρρος. Σε όλο το δρόμο προχωρούσε χαμογελαστός και κανένα εμπόδιο δε μπορούσε να του κόψει την ηρωική του πορεία προς την κορυφή του λόφου, μέχρι που μια αλεπού εμφανίστηκε μπροστά του. «Πού πας;» τον ρωτά η αλεπού. «Πάω στην κορυφή του λόφου να κόψω το γιασεμί» απαντά ο Ρεφερή. «Τίποτα δε θα καταφέρεις να κόψεις χαζούλη» του απαντά η αλεπού και χάθηκε μέσα στα φύλλα της χλόης. Ο Ρεφερή στεναχωρήθηκε πάρα πολύ με τα λόγια της αλεπούς και βάλθηκε να κλαίει με λυγμούς. Όταν σταμάτησε δεν είχε καμία όρεξη να σταματήσει και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι του. Εκείνο το βράδυ ο Ρεφερή δε μπορούσε να κοιμηθεί. Γύριζε από δω, γύριζε από κει, τίποτα. Απ’ όπου και να γύριζε έβλεπε την αλεπού να του λέει «τίποτα δε θα καταφέρεις».

Την επόμενη μέρα ο Ρεφερή δεν είχε και πολλά κέφια και δεν ήθελε να φάει πρωινό αν και ήταν τόσο όμορφο. Η μαμά του είχε κάνει τηγανίτες με μέλι και του είχε βράσει ένα φρέσκο αυγό. Στο τραπέζι υπήρχαν ακόμα φρυγανιές με μαρμελάδα βατόμουρο, σύκα και ένα μεγάλο κέικ σοκολάτας, αλλά ο Ρεφερή δεν άγγιξε τίποτα. Φόρεσε τα κόκκινα, λασπωμένα μποτάκια του, φίλησε με θυμό τη μητέρα και έτρεξε έξω. Είχε αποφασίσει να πάει στο δάσος και να σκαρφαλώσει στην κορυφή ενός δέντρου. Όσο πλησίαζε στο δάσος τόσο μεγάλωνε και ο πόθος του να ανέβει σε ένα δέντρο και όσο μεγάλωνε ο πόθος του, τόσο ένιωθε πιο γενναίος και πιο δυνατός. Όταν έφτασε στο δάσος μάζεψε νερό από τις δροσοσταλίδες των φίλων και το ήπιε. Του το είχε μάθει να το κάνει αυτό ο παππούς του. Πηγαίνανε συχνά μαζί στο δάσος για να μαζέψουν φύλλα για τη συλλογή του Παππού του. Ήταν ένα βιβλίο γεμάτο με αποξηραμένα λουλούδια και φύλλα που το έλεγε ο παππούς του ανθολόγιο. Εν το μεταξύ ο Ρεφερή βρήκε ένα δέντρο, το οποίο θεώρησε ιδανικό για σκαρφάλωμα. Θα ήταν παιχνιδάκι να φτάσει στην κορυφή του. Ξεκίνησε να σκαρφαλώνει. Στα μέσα της διαδρομής τον σταμάτησε ένα σπουργίτι και τον ρώτησε που πηγαίνει. Ο Ρεφερή απάντησε με περηφάνια ότι ετοιμάζεται να φτάσει στην κορυφή του δέντρου. «Χαχα δε θα καταφέρεις τίποτα ανόητε» απάντησε το σπουργίτι. Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο Ρεφερή έβαλε τα κλάματα, σταμάτησε να σκαρφαλώνει και κατέβηκε από το δέντρο.

Την επόμενη μέρα ο Ρεφερή αποφάσισε να πάει στη λίμνη. Ήταν πολύ ζεστή η μέρα. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και είχε ζεστάνει με το φως του τα όμορφα, καθαρά νερά της λίμνης. Αχ να μπορούσα να κάνω μια βουτιά στα όμορφα νερά της!!! Αυτό μάλλον σκέφτηκε και ο Ρεφερή εκείνη τη μέρα και αποφάσισε να κολυμπήσει από την μία πλευρά της λίμνης στην άλλη. Ήταν μια ακόμη ευκαιρία για ένα νέο κατόρθωμα. Ήταν ακόμη μία ευκαιρία να δείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα. Ακούμπησε τα ρούχα του πάνω σε μία μεγάλη στρογγυλή πέτρα στην άκρη της λίμνης, ακούμπησε με το πόδι του το νερό για να το δοκιμάσει και χωρίς δεύτερη σκέψη έπεσαι στο νερό και άρχισε να κολυμπά γεμάτος περηφάνια και ρυθμό. Τα πήγαινε πάρα πολύ καλά, μέχρι που στο μέσο της διαδρομής συνάντησε ένα παπαγαλόψαρο. Το παπαγαλόψαρο τον ρώτησε, πού πηγαίνει, και ο Ρεφερή απάντησε ότι πήγαινε στη απέναντι όχθη της λίμνης. «χαχα τίποτα δε θα καταφέρεις μικρέ» του απάντησε το παπαγαλόψαρο. Τόσο πολύ το τάραξαν τα λόγια του ψαριού που με δάκρυα στα μάτια έκανε μια στροφή και άρχισε να κολυμπά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Βγήκε έξω και άρχισε να κλαίει. Λίγο ποιο πέρα στεκόταν ένα παιδί και έπαιζε με το χώμα. «Γιατί γύρισες πίσω; Τα πήγαινες πάρα πολύ καλά» του είπε το παιδί. «Δε μπορώ να τα καταφέρω» απάντησε ο Ρεφερή. «Σίγουρα μπορείς. Δοκίμασέ το.» Αυτά τα λόγια του έδωσαν πάρα πολύ θάρρος. Τα σκεφτόταν συνέχεια και όσο περισσότερο τα σκεφτόταν τόσο μεγαλύτερο κουράγιο έπαιρνε. «Μπορώ να τα καταφέρω» είπε στον εαυτό του, «μπορώ να καταφέρω τα πάντα, μπορώ να καταφέρω ότι βάλλω στο μυαλό μου, μπορώ, ΜΠΟΡΩ!!!!!.»

Πράγματι την επόμενη μέρα είχε καταφέρει μέχρι το βράδυ να κόψει ένα λουλούδι από την κορυφή του λόφου, να δει το σπίτι του από την κορυφή ενός δέντρου και να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι όχθη της λίμνης. Εκεί τον περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Το αγόρι που είχε συναντήσει την προηγούμενη μέρα. Έτρεξε να του πει τα κατορθώματά του, αλλά είδε ότι το παιδί να είναι ξαπλωμένο με τα μάτια κλειστά. Στην αρχή νόμισε ότι κοιμόταν και περίμενε να ξυπνήσει. Η ώρα περνούσε και το παιδί δεν έλεγε να σηκωθεί από το χώμα… Θα νόμιζε κανείς ότι το είχε αγκαλιάσει, ότι το είχε αγκαλιάσει πολύ σφιχτά, σαν να θελε να γαντζωθεί από κάτι. Ο Ρεφερή ακούμπησε το αυτί του στο στόμα του παιδιού… Δεν είχε πια ανάσα… Ο Ρεφερή κάθισε πάνω σε μία πέτρα και άρχισε να κλαίει. «Δε μπορώ…………». «Δε μπορώ να κάνω τίποτα». Έκλαιγε για αρκετή ώρα. Τα μάγουλά του είχαν μουσκέψει. Είχε καρφώσει τα μάτια του στη λίμνη και κουνιόταν πέρα δώθε σαν την ξύλινη καρέκλα που καθόταν κάποτε η γιαγιά του ενώ τον κρατούσε στην αγκαλιά της.

Ξαφνικά στα ατάραχα νερά της λίμνης εμφανίστηκε μια μεγάλη τρύπα. Ο Ρεφερή σηκώθηκε, περπάτησε πάνω στα νερά της λίμνης χωρίς να τα ταράξει και πλησίασε την τρύπα. Κοίταξε μέσα και είδε αμέτρητα σκαλιά να φτάνουν σε απίστευτο βάθος. Γύρω του ένιωθε μια μαγεία να έχει ποτίσει όλη τη πλάση γύρω του και παρατήρησε ότι πατούσε πάνω στο νερό. Έκλεισε τα μάτια του και μια εξωκοσμική μουσική τύλιξε τα αυτιά του και του αλάφρωσε το νου και την καρδούλα του. Ξαν’ άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε για ακόμα μια φορά τη τρύπα και άρχισε να κατεβαίνει. Σε κάθε σκαλί παρατήρησε ότι είχε μία επιγραφή. Την ίδια επιγραφή είχε σε κάθε σκαλί. «Πι..σ,,τ,,ευ,,ω,, πιστ,,,ευω,, ΠΙΣΤΕΥΩ» κατάφερε να διαβάσει ο Ρεφερή στο λιγοστό φως. Σε κάθε σκαλί που κατέβαινε διάβαζε την ίδια λέξη και κατέβηκε πολλά, πολλά σκαλιά… Όταν πάτησε και το τελευταίο σκαλί είχε πει τόσες πολλές φορές τη λέξη πιστεύω που την έλεγε πλέον όχι με το στόμα, αλλά με την καρδιά του και όταν τη λες με την καρδιά σου αυτή τη λέξη είναι πολύ, πολύ, πολύ δυνατή. «ΠΙΣΤΕΥΩ» είπε ο Ρεφερή και κατέβηκε και το τελευταίο σκαλί. Τα σκαλιά τον οδήγησαν στο άνοιγμα μια μεγάλης φωτεινής πύλης στην κορυφή ενός ψηλού βουνού. Ναι στην κορυφή ενός βουνού. Πώς έγινε αυτό; Μόνο κάποιος που πιστεύει τόσο πολύ, όσο ο Ρεφερή μπορεί κατεβαίνοντας στα βάθη μια λίμνης να βρεθεί στην κορυφή ενός βουνού. Ο Ρεφερή κοίταξε γύρω του. Μπορούσε να δει τα πάντα από εκεί πάνω. Είδε το σπίτι του, το λόφο, το δάσος, τη λίμνη… και εκεί στη λίμνη το νεκρό κορμί του φίλου του. «ΠΙΣΤΕΥΩ» είπε ο Ρεφερή μέσα από τα βάθη της καρδιάς του ακριβώς όπως το έλεγε και μέσα από τα βάθη της λίμνης και τότε… ο φίλος του σηκώθηκε… και συνέχισε να παίζει με τα χώματα………

Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…………

Από το Blog Ζήσε σε ένα παραμύθι
http://adamhbl.wordpress.com/

0 βγηκαν μπροστα:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...